Ωδή στην Τελευταία Συνάντηση

Giorgos Pol. Ioannidis, Ωδή στην Τελευταία Συνάντηση (Ode to the Last Meeting), 2012, oil painting
Ωδή στην Τελευταία Συνάντηση, 2012
Ελαιογραφία σε λινό, 177×157 cm

English → Ode to the Last Meeting

Μπροστά σε κάποια έργα αισθάνεσαι ότι μπορείς σχετικά εύκολα να ακολουθήσεις την αφήγησή τους. Υπάρχουν όμως και άλλα που, όσο περισσότερο τα γνωρίζεις, τόσο περισσότερο αντιστέκονται σε μια οριστική ερμηνεία. Η Ωδή στην Τελευταία Συνάντηση ανήκει για μένα στη δεύτερη κατηγορία. Είναι ένας πίνακας που έχω δει αμέτρητες φορές και που, παρά την οικειότητά μου μαζί του, εξακολουθεί να μου δημιουργεί την αίσθηση ότι κάτι παραμένει κρυμμένο μέσα στο σκοτάδι του.

Η πρώτη εντύπωση είναι σχεδόν νυχτερινή. Ένας τόπος χωρίς σαφή γεωγραφία, ένα περιβάλλον πυκνό και ακαθόριστο, όπου η φύση, η πέτρα, η βλάστηση και το σκοτάδι μοιάζουν να ενώνονται. Δεν ξέρουμε ακριβώς πού βρισκόμαστε. Και ίσως δεν έχει σημασία. Ο χώρος δεν είναι το σκηνικό μιας ιστορίας, αλλά μέρος της ίδιας της ιστορίας.

Μέσα σε αυτόν τον σκοτεινό κόσμο συγκεντρώνονται οι ανθρώπινες μορφές. Στο κέντρο ένα νεαρό κορίτσι γονατισμένο, με την πλάτη στραμμένη προς τον θεατή, τυλιγμένο σε ένα βαθύ κόκκινο ένδυμα. Απέναντί του ένας ηλικιωμένος άνδρας, με λευκά μαλλιά και γένια, με τα βλέφαρα χαμηλωμένα, σκύβει προς το μέρος του και το αγγίζει. Λίγο πιο πίσω ένας άλλος άνδρας παρακολουθεί σκεπτικός, με το χέρι στο πιγούνι του. Μπροστά του ένα γυμνό παιδί κρατά έναν λεπτό ιστό με μια μικρή κόκκινη σημαία. Ψηλά ένα λευκό πουλί διασχίζει το σκοτάδι. Στην άλλη πλευρά, σχεδόν κρυμμένο μέσα στη βλάστηση, ένα φίδι παραμονεύει.

Τίποτε δεν φαίνεται τυχαίο. Κι όμως, τίποτε δεν εξηγείται καθαρά.

Κοιτάζοντας τη σύνθεση, σκέφτομαι συχνά πως ο Ιωαννίδης δεν είναι μόνο ένας σπουδαίος ζωγράφος, αλλά και ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης των εικόνων του. Οι μορφές, οι αποστάσεις μεταξύ τους, οι χειρονομίες, τα βλέμματα, ακόμη και όσα συμβαίνουν στις άκρες του πίνακα, οργανώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε το μάτι να κινείται μέσα στην εικόνα και η ένταση να μεταφέρεται από τη μία παρουσία στην άλλη. Σαν μια σκηνή που έχει στηθεί με απόλυτη ακρίβεια, χωρίς όμως να αποκαλύπτει το σενάριό της.

Γνωρίζω την αφετηρία αυτής της σύνθεσης. Βρίσκεται σε έναν πίνακα που ο Ιωαννίδης αγάπησε και μελέτησε επί χρόνια, στην Επιστροφή του Ασώτου του Rembrandt. Δεν πρόκειται για μια περιστασιακή αναφορά. Η ζωγραφική του Rembrandt υπήρξε αντικείμενο μακρόχρονης μελέτης και βαθύτατου θαυμασμού για τον Ιωαννίδη. Στην Ωδή στην Τελευταία Συνάντηση αυτή η σχέση γίνεται ιδιαίτερα αισθητή.

Όχι όμως ως αντιγραφή.

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον. Από τον Rembrandt παραμένει κάτι βαθύτερο από τη μορφή. Παραμένει η μνήμη μιας χειρονομίας. Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος σκύβει προς μια γονατισμένη μορφή και την αγγίζει. Γύρω τους οι άλλοι σωπαίνουν. Το δράμα δεν εκφράζεται με κραυγές ή θεατρικές κινήσεις. Συγκεντρώνεται στο άγγιγμα.

Στην Επιστροφή του Ασώτου αυτή η χειρονομία είναι από τις πιο συγκλονιστικές στην ιστορία της ζωγραφικής. Τα χέρια του πατέρα ακουμπούν τον γιο και όλος σχεδόν ο πίνακας μοιάζει να καταλήγει εκεί. Στον Ιωαννίδη η χειρονομία μετασχηματίζεται. Ο ηλικιωμένος δεν υποδέχεται κάποιον που επέστρεψε. Μοιάζει περισσότερο να παραδίδει κάτι.

Και εδώ η εικόνα γίνεται για μένα πολύ προσωπική.

Ο ηλικιωμένος άνδρας έχει τα χαρακτηριστικά του ίδιου του ζωγράφου. Το γονατισμένο νεαρό κορίτσι είναι η κόρη του, όπως την είδε σε μικρότερη ηλικία. Η γνώση αυτή θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε μια απλή οικογενειακή ανάγνωση του έργου. Νομίζω όμως ότι θα το αδικούσε. Γιατί αυτό που συμβαίνει ανάμεσά τους μοιάζει να ξεπερνά κατά πολύ ένα οικογενειακό στιγμιότυπο.

Κάθε φορά που κοιτάζω το χέρι του ηλικιωμένου πάνω της, σκέφτομαι τη μετάδοση. Τη γνώση που περνά από τον έναν άνθρωπο στον άλλον. Την εμπειρία. Την ευαισθησία. Την ανάγκη για δημιουργία. Ίσως ακόμη και εκείνο το απροσδιόριστο χάρισμα που κανείς δεν ξέρει ακριβώς από πού προέρχεται και που δεν μεταδίδεται με λόγια.

Σήμερα είναι δύσκολο για μένα να μη βλέπω σε αυτή την εικόνα κάτι σχεδόν προφητικό. Χρόνια μετά τη δημιουργία του πίνακα, εκείνο το κορίτσι ακολούθησε έναν δικό του δρόμο που οδηγεί και πάλι στη δημιουργία, στο σχέδιο, στην αρχιτεκτονική, στη σχέση με τη μορφή και τον χώρο. Δεν εννοώ βέβαια ότι ο πίνακας προέβλεψε κυριολεκτικά το μέλλον. Αλλά υπάρχει κάτι παράξενα συγκινητικό στο να επιστρέφεις σήμερα σε αυτή την εικόνα και να βλέπεις ότι η χειρονομία της μετάδοσης, που τότε ήταν ζωγραφική σύλληψη, απέκτησε με τα χρόνια μια πραγματική συνέχεια.

Ίσως γι’ αυτό με συγκινεί τόσο και η μορφή του ζωγράφου, με τα βλέφαρα χαμηλωμένα.

Δεν βλέπει το μέλλον. Κι όμως, μοιάζει σαν κάτι από αυτό να το έχει ήδη διαισθανθεί.

Και αυτή η σκέψη με φέρνει στον τίτλο. Ωδή στην Τελευταία Συνάντηση. Η λέξη «ωδή» απομακρύνει εξαρχής το έργο από μια απλή αφήγηση. Δεν μας λέει ποια είναι αυτή η τελευταία συνάντηση, ούτε γιατί είναι τελευταία. Μας αφήνει μπροστά σε κάτι που μοιάζει με αποχαιρετισμό, αλλά ταυτόχρονα και με αρχή. Κάτι τελειώνει και κάτι παραδίδεται.

Ίσως γι’ αυτό το παιδί με την κόκκινη σημαία είναι τόσο σημαντικό.

Είναι μια παράξενη παρουσία. Γυμνό, σχεδόν έξω από συγκεκριμένο χρόνο, κρατά μια σημαία, ένα σύμβολο που ανήκει κατεξοχήν στην ιστορία, στη συλλογική δράση, στην ιδέα του αγώνα. Το κόκκινο της μικρής σημαίας συνομιλεί με το μεγάλο κόκκινο ένδυμα του γονατισμένου κοριτσιού. Το βλέμμα κινείται αναπόφευκτα από τη μία κόκκινη επιφάνεια στην άλλη.

Πάντα το αισθάνομαι σαν έναν μικρό πρόδρομο. Ένα παιδί που δεν έχει ακόμη εισέλθει στον κόσμο και όμως κρατά ήδη το σημάδι μιας διεκδίκησης. Ίσως μιας ελπίδας για έναν διαφορετικό κόσμο. Ίσως της διαρκούς ανθρώπινης ανάγκης να πιστεύει ότι αυτό που έρχεται μπορεί να είναι καλύτερο από αυτό που παρέλαβε.

Πίσω του όμως βρίσκεται ο σκεπτικός άνδρας.

Δεν συμμετέχει στην κεντρική χειρονομία. Παρατηρεί. Το χέρι στο πρόσωπό του τον απομονώνει ψυχικά από τους υπόλοιπους. Τον βλέπω σαν έναν άνθρωπο που κοιτάζει προς το μέλλον χωρίς βεβαιότητα, με προβληματισμό. Αν το παιδί φέρει μέσα του την ορμή προς έναν καλύτερο κόσμο, εκείνος φαίνεται να γνωρίζει πόσο δύσκολος είναι αυτός ο δρόμος. Ελπίδα και αμφιβολία συνυπάρχουν στην ίδια μικρή ομάδα.

Και πάνω από όλους βρίσκεται το λευκό πουλί.

Μέσα σε μια σύνθεση όπου κυριαρχούν τα μαύρα, τα γαιώδη χρώματα και τα βαθιά κόκκινα, το λευκό του αποκτά σχεδόν τη δύναμη φωτεινού συμβάντος. Έρχεται μέσα από το σκοτάδι. Για μένα είναι δύσκολο να μη συνδεθεί με την ελπίδα. Όχι όμως με μια εύκολη, αισιόδοξη υπόσχεση. Είναι μια ελπίδα εύθραυστη, κινούμενη, κάτι που περνά πάνω από έναν κόσμο σκοτεινό και τραυματισμένο.

Στην απέναντι πλευρά βρίσκεται το φίδι.

Δεν δεσπόζει. Δεν χρειάζεται να δεσπόζει. Παραμένει μέσα στη βλάστηση, σχεδόν κρυμμένο, και ακριβώς γι’ αυτό η παρουσία του γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική. Το κακό δεν εμφανίζεται πάντοτε κατά μέτωπο. Μπορεί να περιμένει. Να υπάρχει στην άκρη της εικόνας και στην άκρη της ανθρώπινης ζωής.

Το λευκό πουλί και το φίδι δεν εμφανίζονται εδώ σαν τυχαία φυσιοκρατικά στοιχεία. Ανήκουν σε ένα προσωπικό συμβολικό λεξιλόγιο που επανέρχεται στη ζωγραφική του Ιωαννίδη. Και όμως πιστεύω ότι θα ήταν λάθος να τα μετατρέψουμε σε έναν κώδικα όπου κάθε σύμβολο έχει μία και μοναδική μετάφραση. Το πουλί μπορεί να είναι ελπίδα, αλλά μπορεί για κάποιον άλλο να είναι ψυχή, ελευθερία, φυγή ή επιστροφή. Το φίδι κουβαλά αιώνες πολιτισμικών συμβολισμών, πολύ περισσότερους από όσους μπορεί να χωρέσει μια λεζάντα.

Αυτό είναι άλλωστε κάτι που χαρακτηρίζει βαθιά τη στάση του Ιωαννίδη απέναντι στα έργα του. Δεν θέλει να τα εξηγεί. Δεν θέλει να αφαιρεί από τον θεατή το δικαίωμα να σταθεί μόνος απέναντι στην εικόνα, να αναρωτηθεί, να συνδέσει, να θυμηθεί, να προβληματιστεί, ακόμη και να παρερμηνεύσει. Γιατί από τη στιγμή που ο δημιουργός πει «αυτό σημαίνει αυτό», ένα μέρος της ελευθερίας του έργου έχει ήδη χαθεί.

Ίσως γι’ αυτό και εγώ προτιμώ να γράφω για αυτόν τον πίνακα ως σκέψη και όχι ως ερμηνεία.

Υπάρχουν όμως και οι ζωγραφικές μνήμες που δεν μπορώ να αγνοήσω.

Πρώτα ο Rembrandt, αναμφίβολα. Όχι μόνο επειδή γνωρίζω ότι η Επιστροφή του Ασώτου υπήρξε η αφετηρία της σύνθεσης, αλλά επειδή η παρουσία του μπορεί να γίνει αισθητή ακόμη και χωρίς αυτή τη γνώση. Το σκοτάδι που δεν είναι απλώς απουσία φωτός αλλά ψυχικός χώρος. Η συγκέντρωση του δράματος σε λίγες μορφές. Η σιωπή. Η χειρονομία. Η δύναμη του κόκκινου μέσα σε μια περιορισμένη χρωματική κλίμακα. Η αίσθηση ότι το σημαντικότερο πράγμα στον πίνακα δεν είναι αυτό που συμβαίνει αλλά αυτό που μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Κοιτάζοντας όμως περισσότερο τη ζωγραφική επιφάνεια, σκέφτομαι και τον ύστερο Titian. Εκείνη τη στιγμή της βενετσιάνικης ζωγραφικής όπου η μορφή αρχίζει σχεδόν να χάνεται μέσα στην ίδια τη ζωγραφική ύλη. Στην ύστερη Pietà του, οι μορφές αναδύονται μέσα από το σκοτάδι, σαν να γεννιούνται από την ίδια τη ζωγραφική ύλη. Η πινελιά ξεπερνά την περιγραφική της λειτουργία και γίνεται ίχνος, φθορά, φως, μνήμη.

Κάτι ανάλογο αισθάνομαι σε μεγάλες περιοχές της Ωδής. Οι ανθρώπινες μορφές παραμένουν αναγνωρίσιμες και σωματικές, αλλά ο κόσμος γύρω τους αρχίζει να αποσυντίθεται. Πέτρες, φυτά, χώμα, τοίχοι, ουρανός δεν έχουν παντού σαφή όρια. Γίνονται επιφάνεια. Γίνονται ύλη. Σε ορισμένα σημεία, αν ξεχάσει κανείς για λίγο την παράσταση, βρίσκεται σχεδόν μπροστά σε μια αφηρημένη ζωγραφική.

Και έπειτα υπάρχει ο Giorgione.

Η Tempesta έρχεται στο μυαλό μου όχι επειδή βλέπω κάποια άμεση μεταφορά της σύνθεσής της, αλλά για έναν άλλο λόγο. Για το μυστήριο. Για εκείνη την παράξενη βεβαιότητα ότι κάτι συμβαίνει μπροστά μας και ταυτόχρονα δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα τι είναι. Άνθρωποι, παιδί, φύση, ερείπια, ουρανός, σημεία και σύμβολα συνυπάρχουν μέσα σε μια εικόνα που μοιάζει να διαθέτει αφήγηση αλλά αρνείται να μας παραδώσει ολόκληρη την ιστορία της.

Αυτό το στοιχείο το θεωρώ πολύ σημαντικό και στην Ωδή στην Τελευταία Συνάντηση.

Ο πίνακας έχει ιστορία, αλλά δεν είναι εικονογράφηση ιστορίας.

Έχει σύμβολα, αλλά δεν είναι γρίφος που περιμένει μία σωστή λύση.

Έχει πραγματικά πρόσωπα, αλλά δεν είναι οικογενειακό πορτρέτο.

Έχει αναφορές στην παλαιά ζωγραφική, αλλά δεν είναι άσκηση πάνω στους παλαιούς δασκάλους.

Και ίσως ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία του.

Ο Ιωαννίδης συνομιλεί με μια ζωγραφική παράδοση την οποία γνωρίζει βαθιά, αλλά δεν επιχειρεί να επιστρέψει σε αυτήν. Παίρνει από αυτήν τρόπους να μιλήσει για πράγματα που εξακολουθούν να μας αφορούν. Τη μετάδοση από τη μία γενιά στην άλλη. Τη γνώση και την ευθύνη. Τον φόβο για το μέλλον. Την παρουσία του κακού. Την ανάγκη της ελπίδας. Την επιθυμία για έναν καλύτερο κόσμο. Και τελικά την αγωνία του ανθρώπου απέναντι στον χρόνο.

Ίσως γι’ αυτό σήμερα βλέπω διαφορετικά ακόμη και τις ηλικίες των μορφών. Ένας ηλικιωμένος άνδρας, ένας ενήλικος παρατηρητής, ένα νεαρό κορίτσι και ένα παιδί. Σαν να έχουν συγκεντρωθεί μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα διαφορετικές στιγμές της ανθρώπινης ζωής. Αυτός που έχει ήδη διανύσει τον δρόμο. Εκείνη που παραλαμβάνει. Εκείνος που αναρωτιέται. Εκείνο που πρόκειται να ξεκινήσει.

Και ανάμεσά τους, μια χειρονομία.

Όσο περισσότερο κοιτάζω το έργο, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι αυτή η χειρονομία είναι το πραγματικό του κέντρο. Όχι το πουλί, όχι το φίδι, ούτε καν η κόκκινη σημαία. Το χέρι του ηλικιωμένου ανθρώπου πάνω στη νεότερη μορφή.

Ένα χέρι που δεν κρατά.

Ακουμπά.

Και ίσως παραδίδει. Ή μάλλον, μεταδίδει.

Τι ακριβώς μεταδίδει, ο ζωγράφος δεν μας το λέει. Ίσως γνώση. Ίσως μνήμη. Ίσως το χάρισμα της δημιουργίας. Ίσως μια ευθύνη. Ίσως τίποτε από όλα αυτά για κάποιον άλλο θεατή.

Και έτσι πρέπει να παραμείνει.

Γιατί η Ωδή στην Τελευταία Συνάντηση μπορεί να έχει μια πολύ προσωπική αφετηρία, αλλά από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε έπαψε να ανήκει αποκλειστικά στην προσωπική ιστορία εκείνων που γνωρίζουν τα πρόσωπα και τα σύμβολά της. Ο θεατής που δεν γνωρίζει τίποτε από αυτά έχει το δικαίωμα να δημιουργήσει τη δική του ιστορία.

Ίσως αυτή να είναι τελικά και η μεγαλύτερη δύναμη του έργου. Ότι ενώ γεννήθηκε από συγκεκριμένες μνήμες, συγκεκριμένους ανθρώπους και μια βαθιά συνομιλία με τη ζωγραφική του παρελθόντος, παραμένει ανοιχτό.

Και κάθε φορά που το κοιτάζουμε, η τελευταία συνάντηση μπορεί να συμβαίνει ξανά. Γιατί αυτή είναι ίσως μια από τις σπάνιες ιδιότητες των σπουδαίων έργων στην ιστορία της τέχνης: να ανήκουν στον χρόνο που τα γέννησε και συγχρόνως να μπορούν να τον υπερβαίνουν, γεννώντας νέες σκέψεις, νέες συγκινήσεις και νέες αναγνώσεις σε κάθε εποχή.