σιωπηλή ποίηση · ομιλούσα ζωγραφική
Το ελληνικό καλοκαίρι δεν υπήρξε μόνο μια εποχή του χρόνου αλλά ένας τόπος μνήμης και φαντασίας, ένας κόσμος όπου η ζωγραφική και η ποίηση συναντήθηκαν ξανά και ξανά.

Το λιμάνι της Καλαμάτας, 1911
Λάδι σε μουσαμά, 70 × 75 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα
Το ελληνικό καλοκαίρι αποτυπώθηκε όσο λίγες θεματικές στη νεότερη ελληνική τέχνη. Από τις θαλασσογραφίες και τα νησιωτικά τοπία έως τους στίχους που υμνούν το φως, τη θάλασσα και τη μνήμη, αποτέλεσε έναν κοινό τόπο δημιουργίας για ζωγράφους και ποιητές διαφορετικών γενεών.
Στην ενότητα αυτή παρουσιάζονται επιλεγμένα έργα ζωγραφικής και ποιητικά αποσπάσματα που φωτίζουν διαφορετικές όψεις του ελληνικού καλοκαιριού. Άλλοτε ως εμπειρία, άλλοτε ως ανάμνηση και άλλοτε ως όνειρο, το καλοκαίρι μεταμορφώνεται σε εικόνα και σε λόγο, αποκαλύπτοντας τη διαχρονική του θέση στη συλλογική ελληνική φαντασία.

Τοπία του ελληνικού φωτός
Επιλεγμένα έργα από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ’ αργό ψιχάλισμα,
άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες
που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν
που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερ’ απ’ τη σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια.

Επιδιορθώνοντας τα δίχτυα
Λάδι σε μουσαμά
Ιδιωτική συλλογή
γυρίζουν πρίμα,
μας φέρνουν τα ζακυθιανά λουλούδια τ’ ακριβά,
το πέρασμά τους γλύκανε κι εσένα, πικρό κύμα!
Και πιο καλοπιθυμητά και πιο φανταχτερά
κι από τα κρίνα,
πάσαρες γοργοσάλευτες, με τ’ άσπρα σας φτερά,
μας φέρνετε τ’ αγόρια μας απ’ τη μεγάλη Αθήνα.
Κι ανοίχτε, λιακωτά, χλωρά, φουντώστε, πασκαλιές,
του πόθου η σκόλη·
και σείστε τα μαντίλια σας ανάερα, λυγερές·
παραμονεύουν οι έρωτες· ετοιμαστείτε, μόλοι,
το καλοκαίρι μύρισε· προσμένουν οι αμμουδιές
και τα πριάρια,
πριν έμπεις, άθεη χειμωνιά, να γίνουν εκκλησιές·
οι ερωτεμένοι λειτουργοί και τα φιλιά τροπάρια.

Κοριτσάκι με καπέλο
Λάδι σε μουσαμά
Ιδιωτική συλλογή
ένα λευκό περιστεράκι
με δυο φτερά ανοιχτά
την κούνια σου φωτά…
…Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Ανάμεσα σε δυο αστραπές χαμόγελα
ένα γλαυκό – γλαυκό ελαφάκι σε κοιτάζει.
Ένα μικρό – μικρό ποτάμι αστέρια
και δυο κεράσια
σου φέρνει το ελαφάκι…
Ξύπνησε ο ήλιος…




Επιλεγμένα τοπία
Έργα από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα
Στάλα στάλα συνάζει μέσα της η καρυδιά τη σκοτεινή δροσιά. Το κυπαρίσσι ερημώνει γύρω του τα πάντα κι απομένει δασύ, κυρίαρχο. Ίδια και ο πλάτανος. Προστάτες φασματικοί των κάμπων της Αργολίδας και της Αρκαδίας.
Η συκιά σταυρώνει τα χλωμά της μέλη, τεντώνεται μες στο πετσί της το γυαλιστερό και χνουδάτο, τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στην ίδια της την ευωδιά.
Οι ροδιές ανάβουνε σαν κοκόρια. Η ελιά, δίχως να το πολυσκεφτεί, δίνεται στον ήλιο, στον άνεμο, σ’ όλα τα στοιχεία που ρημάζουνε το κορμί της.
Οι ροδοδάφνες, που μοσκοβολούνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, όμοια νερό, βαθιά στις κοίτες των ξεροπόταμων.
Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.
Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.
Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.
Μέσα στη διαφάνεια, ποιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.
Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.
Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.
Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφταβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.
Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.

Φάρος, περ. 1925–1927
Λάδι σε μουσαμά, 52 × 42 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα
τόσα τα πουλιά
και σε μέγα βάθος
Η πάντων και πασών
Ελληνίς η θάλασσα.

Αγόρι με κεράσια, 1888
Λάδι σε μουσαμά, 89 × 51 εκ.
Ιδιωτική συλλογή
σαν τιμημένες παρθενιές, μες στης ντροπής το χρώμα.
………………………………….
Όταν σας βλέπω το πρωί στο δέντρο σας απάνου,
της γης κοράλλια ολόγλυκα, μικρούλια μου κεράσια,
πότε μου φαίνεσθε δροσιάς σταλαγματιές βαμμένες
μες στην πορφύρα της Αυγής,
και πότε χείλ’ ηδονικά κι αμέτρητα χειλάκια
που στέκεσθε σιωπηλά, με γέλιο, σα να θέτε
να μου ειπείτε κατιτί, κι εγώ να το γνωρίζω
πως είναι γλυκοφίλημα αυτό το μυστικό σας…
Σας καρτερούνε με καημό παιδάκια και κορίτσια,
και σας θωρούνε αχόρταγα στα καλαθάκια μέσα,
και τώρα εκεί τριγύρω σας, γυρνούν σαν πεταλούδες,
και τώρα πάλι σταματούν, κι απάνου σας ξεχνιούνται

Τοπία του ελληνικού φωτός
Επιλεγμένα έργα από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα

Τοπία του ελληνικού φωτός
Επιλεγμένα έργα από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα
Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
………………………………
ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακούσω αγέρα ή μουσική
που κινούσα σε ξάγναντο να βγω
(μιαν απέραντη κόκκινη άμμο ανέβαινα
με τη φτέρνα μου σβήνοντας την Ιστορία)
πάλευα τα σεντόνια Ήταν αυτό που γύρευα
και αθώο και ριγηλό σαν αμπελώνας
και βαθύ και αχάραγο σαν η άλλη όψη τ’ ουρανού
Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλο
Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από ’να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος», είπε
Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το ’χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις που ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη
ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

Το ψάθινο καπέλο, 1923–1926
Λάδι σε μουσαμά, 86 × 66 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας — Και τ’ αγριοπερίστερα ήχο
Δονούνε στη σπηλιά τους
Ξύπνημα γαλανό μες στην πηγή
Της μέρας
Ήλιος — Δίνει ο μαΐστρος το πανί
Στη θάλασσα
Τα χάδια των μαλλιών
Στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
Δροσιά — Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ’ αγνάντεμα
Ζωή —

Δύο παιδιά στην παραλία, 1919
Λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χαρτόνι, 54,5 × 75 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη
λουλούδια από τον ουρανό.
Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που
περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα
του ήλιου.
Η φωτιά κάηκε ολόκληρη και γίνηκε πάλι φωτιά.
Φτιάχνουμε λουλουδένια δαχτυλίδια κι αρραβωνιαζόμαστε με τα
δέντρα, με τον αέρα, με την πρώτη σιωπή.
Κάθε λιθάρι μας ξέρει όπως εμείς ξέρουμε κάθε αστέρι που κοιμάται
στο νερό.
Τα βράδια οι ακακίες περνούν απέξω απ’ τα παράθυρά μας, πηδάνε
το ανοιχτό περβάζι μας κι αφήνουν στο ποτήρι ένα κλωνάκι ολάνθιστο.
Φέραμε πάλι στο μεγάλο πράσινο χωράφι τον εύθυμο θεό των
αμπελιών, που απ’ τα γένια του στάζουν οι μούστοι, που τα πόδια του
μοιάζουν με του τράγου κι όμως το βλέμμα του είναι μαλακό και
τρυφερό σαν του Χριστού.

Το γαϊδουράκι, 1923–1926
Λάδι σε μουσαμά, 88,7 × 66,2 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη

Επιλεγμένα έργα
Ιδιωτικές συλλογές
τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα,
σκοινιά, καράβια και φανάρια,
γλάροι, καθρέφτες και καρποί –
τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε.
Όμορφη, Θε μου, που ’ναι η πλάση,
μύρια ποτήρια του νερού
φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα
στο περιγιάλι αστράφτουνε.
Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο,
κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.
κοκκινίζεις του ήλιου το κριθάρι,
το φλουρί, το κεχριμπάρι
παίζει στο λαιμό σου,
παίζει στα δυο σου χέρια
και στο κούτελό σου.
Κι όλο κοσκινίζεις
και ψωμί δε φτιάνεις.
Πώς χορταίνει κι αυγαταίνεις;
Πώς χορταίνουνε τα δέντρα σου
και τα πρόβατά σου;
Κι ο γιαλός, ο αστραφτερός
σα γαλάζιος σκύλος
κάθεται στα πισινά του
και σαλεύει την ουρά του,
και του ρίχνεις μια ματιά
στα πεταχτά
και χορταίνει – πώς χορταίνει
τέτοιος σκύλος;
Μες στον κάμπο η κόκκινη εκκλησιά
και στη ράχη ο άσπρος μύλος.
Και προτού το δείλι γείρει
έφτιαξες τον ήλιο όλο μελοπίτες
και κουλούρες του χορού
για τους κυνηγούς και τ’ άτια του νερού
για της Άγιας Πελαγίας το πανηγύρι.

Λουόμενη
Λάδι σε μουσαμά, 65,5 × 70,5 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη
απόσπασμα
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Κοπέλα στο παράθυρο, 1877
Λάδι σε μουσαμά, 63,5 × 50,2 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη
Ἔτσι μὲ μιὰ γραβάτα φανταχτερὴ
Στὴν τέντα τῆς κληματαριᾶς τὸ καλοκαίρι ἀνασαίνει
Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μία τρυφερὴ μου ἀγάπη
Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι
Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶ τὴν παλάμη πάνω στὸ φλουρί της
Πάνω στὴν πρωινὴ του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ σιγὰ σὰν τὸν κλέφτη
Ἀπὸ τὸ παραθύρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν ξυπνήσει!
…………………………..
Ἕνα καράβι μπαίνει στὸ γιαλὸ ἕνα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Μιὰ τούφα γαλανὸς καπνὸς μὲς στὸ τριανταφυλλὶ τοῦ ὁρίζοντα
Ἴδιος μὲ τὴ φτερούγα τοῦ γερανοῦ ποὺ σπαράζει
Στρατιὲς χελιδονιῶν περιμένουνε νὰ ποῦν στοὺς ἀντρειωμένους τὸ καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνὰ μὲ χαραγμένες ἄγκυρες στὴ μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγὲς παιδιῶν μὲ τὸ κελάδημα τοῦ πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μὲς στὰ ρουθούνια τῶν ἀγελάδων
Μαντήλια καλαματιανὰ κυματίζουνε
Καὶ μία καμπάνα μακρινὴ βάφει τὸν οὐρανὸ μὲ λουλάκι
Σὰν τὴ φωνὴ κάποιου σήμαντρου ποὺ ταξιδεύει μέσα στ᾿ ἀστέρια
Τόσους αἰῶνες φευγάτο
…………………………..
Χρόνια καὶ χρόνια πάλεψα μὲ τὸ μελάνι καὶ τὸ σφυρὶ βασανισμένη καρδιά μου
Μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ σοῦ κάμω ἕνα κέντημα
Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς
Μίαν ἀνθισμένη κυδωνιὰ νὰ σὲ παρηγορήσω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς Πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιὰ μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμό, τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.

Επιλεγμένα έργα από διάφορες συλλογές
υπερπληθώρα σελήνης.
Μα η αλήθεια είν’ η έσχατη μεταμόρφωση
Λες είμαι άρρωστος αλλ’ αυτό δεν υπόκειται
στην ιατρική. μπορώ να ξεπεθαίνω.
Κι’ αναστοχάζομαι κάθοντας ήρεμα
όσιος του κακού και μάρτυρας του πόνου.
Χάρμα η ξιπολιά σε καλοκαίρια ρωμαίικα!

Το Φιλί, 1979
Λάδι σε καμβά, 115,57 × 88,26 εκ.
Ιδιωτική συλλογή
Φαγωμένο ἀπό τό λάδι κι ἀπό τό ἀλάτι
Σῶμα τοῦ βράχου καί ρίγος τῆς καρδιᾶς
Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς
Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπό τό σγουρό ἐφηβαῖο
Γεμᾶτο ἀστράκια καί πευκοβελόνες
Σῶμα βαθύ πλεούμενο τῆς μέρας!

Καλοκαίρι, 1995
Λάδι σε πανί, 197,5 × 146,5 εκ.
Συλλογή Ωνάση
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ’ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Οι μπλε καρέκλες II, 1975–1976
Λάδι σε μουσαμά, 138 × 88 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη
για κάποια καφενεία
που ήταν κοντά στη θάλασσα
κι έβλεπαν ουρανούς,
που είχαν καλάμια στη σκεπή και μέσα, στη γωνία,
ένα σβηστό γραμμόφωνο
για να σου φεύγει ο νους.
Χρόνια ζητώ να πιω καφέ
σε τέτοια καφενεία,
να ακούγονται τα κύματα
σαν άνεμου σιγή,
να βρω πώς είναι η θάλασσα
σ’ αυτή την ιστορία
σε καφενεία που γερνούν κοντά της μια ζωή.
Τα ’φερε ανάποδα ο καιρός
κι άλλαξε σ’ όλα κάτι
κι αναβολή σε αναβολή
δεν βρήκα αυτό το απλό,
κι ένα παραθαλάσσιο
μικρό καφενεδάκι
που να με κάνει μια στιγμή γλυκά να ξεχαστώ.

Πλοία στη θάλασσα
Μεταξοτυπία
Ιδιωτική συλλογή
πλεούμενα κι ἄσπρα πανιὰ
μπάτης ἀπὸ τὰ πεῦκα καὶ τ᾿ Ὄρος τῆς Αἴγινας
λαχανιασμένη ἀνάσα·
τὸ δέρμα σου γλιστροῦσε στὸ δέρμα της
εὔκολο καὶ ζεστὸ
σκέψη σχεδὸν ἀκάμωτη κι ἀμέσως ξεχασμένη.

Κοχύλια
Ακρυλικό σε μουσαμά
Ιδιωτική συλλογή
μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.
Αύγουστε μήνα και Θεέ
σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις
στο βράχο να φιλιόμαστε.
Απ’ την Παρθένο στο Σκορπιό
χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό
στη χάρη σου ν’ ανάψουμε.

Καλάθι με φρούτα, 1981
Λάδι σε μουσαμά
Ιδιωτική συλλογή
κι αυτό το καλοκαίρι
να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό
να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου
να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές
να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις
ν’ ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας
να καταλαβαίνω τους δικούς μου που αγαπώ
να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν
να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω
να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά
ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου
να κολυμπάω σε θάλασσες ζεστές
ν’ αντικρίζω φρέσκα σώματα γυμνά
ν’ αναπολήσω έρωτες, να ονειρευτώ καινούργιους
ν’ αντιληφθώ τα πράγματα που αλλάζουν.

Θέρος, 1972
Ελαιογραφία σε πανί, 100 × 73 εκ.
Ιδιωτική συλλογή
έχει ακόμη βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων
πιο αραιό και η γεύσις των ωρών και από του θέρους
πιο πυκνή, όταν στους κήπους σκάνε τα ρόδια, και
πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες των λουλουδιών
και σφύζουν στις πορφύρες τους φλεγόμενοι οι
ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων
νυμφών χτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ’ναι πάντα
καλοκαίρι (γιατί όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος
είναι πάντα θέρος) αναγαλλιάζουν οι ψυχές, και ο
Έρωτας ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου,
βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμί:
Τα ρούχα πέτα, γδύσου.
Τίποτα μη φοβάσαι.
Έαρ, χειμώνα, θέρος
– όπου και αν είσαι –
είναι η ρομφαία μου μαζί σου.
The Greek summer has never been merely a season of the year, but a realm of memory and imagination, a world where painting and poetry have met again and again.
The Greek summer has been one of the most enduring themes in modern Greek art. From seascapes and island landscapes to verses celebrating light, the sea and memory, it has served as a shared source of inspiration for painters and poets across generations.
This section brings together selected paintings and poetic excerpts that illuminate different facets of the Greek summer. At times an experience, at times a memory, and at times a dream, summer is transformed into image and word, revealing its enduring place within the collective Greek imagination.
