Ελληνικό Καλοκαίρι

σιωπηλή ποίηση · ομιλούσα ζωγραφική


Κωνσταντίνος Παρθένης (1878/1879–1967)
Το λιμάνι της Καλαμάτας, 1911
Λάδι σε μουσαμά, 70 × 75 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα

Το ελληνικό καλοκαίρι υπήρξε διαχρονικά μια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για τους ζωγράφους και τους ποιητές του τόπου.
Το εκτυφλωτικό φως, η αλμύρα της θάλασσας, οι λευκοί τοίχοι των νησιών, οι σκιές των μεσημεριών και οι ήσυχες ώρες του δειλινού μετατράπηκαν σε εικόνες, στίχους και μνήμες που ξεπερνούν τον χρόνο.

Οι μεγάλοι Έλληνες ζωγράφοι αποτύπωσαν το καλοκαίρι όχι μόνο ως τοπίο αλλά και ως αίσθηση. Ως μια ιδιαίτερη κατάσταση φωτός και ψυχής, όπου η καθημερινότητα συναντά την ποίηση. Παράλληλα, οι σπουδαίοι Έλληνες ποιητές ύμνησαν τον ήλιο, τη θάλασσα, τον άνεμο και το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, μεταμορφώνοντας την ελληνική φύση σε λόγο βαθιά ανθρώπινο και οικουμενικό.

Στην ενότητα αυτή, η ζωγραφική και η ποίηση συναντώνται. Οι εικόνες συνομιλούν με τους στίχους και οι στίχοι φωτίζουν τις εικόνες. Ένα ταξίδι στο ελληνικό καλοκαίρι μέσα από τα μάτια των δημιουργών που κατέγραψαν την ομορφιά, τη νοσταλγία, τη γαλήνη και το φως του με τρόπο μοναδικό.

Γιατί το ελληνικό καλοκαίρι δεν είναι μόνο μια εποχή. Είναι μια μνήμη, μια εμπειρία και ένας διαρκής τόπος της ελληνικής τέχνης.


Κωνσταντίνος Παρθένης (1878/1879–1967)
Τοπία του ελληνικού φωτός
Επιλεγμένα έργα από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα

Γιώργος Σεφέρης
Σχέδια για ένα καλοκαίρι [Άνθη της πέτρας]
Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα
με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες
γυαλίζοντας στ’ αργό ψιχάλισμα,
άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες
που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν
που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερ’ απ’ τη σιωπή
μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια.

Μαλέας Κωνσταντίνος (1879–1928)
Επιλεγμένα τοπία
Έργα από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα

Οδυσσέας Ελύτης
Το ελληνικό καλοκαίρι κατά τον E. Tériade
από τη συλλογή Ἐν λευκῷ

Στάλα στάλα συνάζει μέσα της η καρυδιά τη σκοτεινή δροσιά. Το κυπαρίσσι ερημώνει γύρω του τα πάντα κι απομένει δασύ, κυρίαρχο. Ίδια και ο πλάτανος. Προστάτες φασματικοί των κάμπων της Αργολίδας και της Αρκαδίας.

Η συκιά σταυρώνει τα χλωμά της μέλη, τεντώνεται μες στο πετσί της το γυαλιστερό και χνουδάτο, τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στην ίδια της την ευωδιά.

Οι ροδιές ανάβουνε σαν κοκόρια. Η ελιά, δίχως να το πολυσκεφτεί, δίνεται στον ήλιο, στον άνεμο, σ’ όλα τα στοιχεία που ρημάζουνε το κορμί της.

Οι ροδοδάφνες, που μοσκοβολούνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, όμοια νερό, βαθιά στις κοίτες των ξεροπόταμων.

Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.

Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.

Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.

Μέσα στη διαφάνεια, ποιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.

Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.

Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.

Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφταβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.

Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.


Νίκος Λύτρας (1883–1927)
Φάρος, περ. 1925–1927
Λάδι σε μουσαμά, 52 × 42 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα

Οδυσσέας Ελύτης
Τόσο το θέρος,
τόσα τα πουλιά
και σε μέγα βάθος
Η πάντων και πασών
Ελληνίς η θάλασσα.
……………………………………………………………..
Από το βιβλίο:
ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ

Μιχάλης Οικονόμου (1888–1933)
Τοπία του ελληνικού φωτός
Επιλεγμένα έργα από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα

Οδυσσέας Ελύτης
ΤΑ ΠΑΘΗ
Β΄
από το Άξιον Εστί
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου…
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη…
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κ’ εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!

Μιχάλης Οικονόμου (1888–1933)
Τοπία του ελληνικού φωτός
Επιλεγμένα έργα από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα

Οδυσσέας Ελύτης
ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
Η ΓΕΝΕΣΙΣ
από το Άξιον Εστί
ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως
Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά

………………………………

ΑΛΛΑ ΠΡΙΝ ακούσω αγέρα ή μουσική
που κινούσα σε ξάγναντο να βγω
(μιαν απέραντη κόκκινη άμμο ανέβαινα
με τη φτέρνα μου σβήνοντας την Ιστορία)
πάλευα τα σεντόνια Ήταν αυτό που γύρευα
και αθώο και ριγηλό σαν αμπελώνας
και βαθύ και αχάραγο σαν η άλλη όψη τ’ ουρανού
Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλο
Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα

Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου:

Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος

«Κάθε λέξη κι από ’να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος», είπε

Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου

και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου

αλλά λίγο το νερό
για να το ’χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του

και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα

φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις που ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα

και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη

ΑΥΤΟΣ
ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

Νικόλαος Λύτρας (1883–1927)
Το ψάθινο καπέλο, 1923–1926
Λάδι σε μουσαμά, 86 × 66 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα

Οδυσσέας Ελύτης
Του Αιγαίου
από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940)
Ι
Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι
Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι
Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.
ΙΙ
Παιχνίδια τα νερά
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας —
Και τ’ αγριοπερίστερα ήχο
Δονούνε στη σπηλιά τους
Ξύπνημα γαλανό μες στην πηγή
Της μέρας
Ήλιος —
Δίνει ο μαΐστρος το πανί
Στη θάλασσα
Τα χάδια των μαλλιών
Στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
Δροσιά —
Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ’ αγνάντεμα
Ζωή —

Νικόλαος Λύτρας (1883–1927)
Επιλεγμένα έργα
Ιδιωτικές συλλογές

Γιάννης Ρίτσος
ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
XXX
Η αλυσιδίτσα στο λαιμό σου,
τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα,
σκοινιά, καράβια και φανάρια,
γλάροι, καθρέφτες και καρποί –
τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε.
Όμορφη, Θε μου, που ’ναι η πλάση,
μύρια ποτήρια του νερού
φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα
στο περιγιάλι αστράφτουνε.
Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο,
κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.
XXXIX
Στα μεγάλα κόσκινα του καλοκαιριού,
κοκκινίζεις του ήλιου το κριθάρι,
το φλουρί, το κεχριμπάρι
παίζει στο λαιμό σου,
παίζει στα δυο σου χέρια
και στο κούτελό σου.
Κι όλο κοσκινίζεις
και ψωμί δε φτιάνεις.
Πώς χορταίνει κι αυγαταίνεις;
Πώς χορταίνουνε τα δέντρα σου
και τα πρόβατά σου;
Κι ο γιαλός, ο αστραφτερός
σα γαλάζιος σκύλος
κάθεται στα πισινά του
και σαλεύει την ουρά του,
και του ρίχνεις μια ματιά
στα πεταχτά
και χορταίνει – πώς χορταίνει
τέτοιος σκύλος;
Μες στον κάμπο η κόκκινη εκκλησιά
και στη ράχη ο άσπρος μύλος.
Και προτού το δείλι γείρει
έφτιαξες τον ήλιο όλο μελοπίτες
και κουλούρες του χορού
για τους κυνηγούς και τ’ άτια του νερού
για της Άγιας Πελαγίας το πανηγύρι.

Γεώργιος Άβλιχος (1842–1909)
Κοπέλα στο παράθυρο, 1877
Λάδι σε μουσαμά, 63,5 × 50,2 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη

Νίκος Γκάτσος
Αμοργός
Ἔτσι σ᾿ ἕνα πιθάρι βαθὺ τὸ σταφύλι ξεραίνεται καὶ στὸ
καμπαναριὸ μιᾶς συκιᾶς κιτρινίζει τὸ μῆλο
Ἔτσι μὲ μιὰ γραβάτα φανταχτερή
Στὴν τέντα τῆς κληματαριᾶς τὸ καλοκαίρι ἀνασαίνει
Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μία
τρυφερή μου ἀγάπη
Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι
Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶ τὴν παλάμη
πάνω στὸ φλουρί της
Πάνω στὴν πρωινή του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ σιγὰ σὰν τὸν
κλέφτη
Ἀπὸ τὸ παράθυρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν
ξυπνήσει!

……….

Κι ἂν θὰ διψάσεις γιὰ νερὸ θὰ στύψουμε ἕνα σύννεφο
Κι ἂν θὰ πεινάσεις γιὰ ψωμὶ θὰ σφάξουμε ἕνα ἀηδόνι
Μόνο καρτέρει μία στιγμὴ ν᾿ ἀνοίξει ὁ πικραπήγανος
N᾿ ἀστράψει ὁ μαῦρος οὐρανὸς νὰ λουλουδίσει ὁ φλόμος.
Μὰ εἶταν ἀγέρας κι ἔφυγε κορυδαλλὸς κι ἐχάθη
Εἶταν τοῦ Μάη τὸ πρόσωπο τοῦ φεγγαριοῦ ἡ ἀσπράδα
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλί τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.

Νίκος Εγγονόπουλος (1907–1985)
Επιλεγμένα έργα από διάφορες συλλογές

Νίκος Καρούζος
Μετά το δείπνο
Ξαφνική νυχτερίδα κι ολούθενες
υπερπληθώρα σελήνης.
Μα η αλήθεια είν’ η έσχατη μεταμόρφωση
πλάνης
-φρενοπληξία.
Λες είμαι άρρωστος αλλ’ αυτό δεν υπόκειται
στην ιατρική. μπορώ να ξεπεθαίνω.
Κι’ αναστοχάζομαι κάθοντας ήρεμα
στην μόνη μου καρέκλα.
Διευθυντής του μηδενός έχω δικούς μου χειρισμούς
θρησκείας.
υφίσταμαι τη ζωή ωσάν περιφραστικός γαλαξίας
όσιος του κακού και μάρτυρας του πόνου.
Χάρμα η ξιπολιά σε καλοκαίρια ρωμαίικα!

Αλέκος Φασιανός (1935–2022)
Το Φιλί, 1979
Λάδι σε καμβά, 115,57 × 88,26 εκ.
Ιδιωτική συλλογή

Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ
Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο
Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι
Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς
Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς
Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ ἐφηβαῖο
Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες
Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!

Γιάννης Τσαρούχης (1910–1989)
Θέρος, 1972
Ελαιογραφία σε πανί, 100 × 73 εκ.
Ιδιωτική συλλογή

Ανδρέας Εμπειρίκος
Οκτάνα
«Αρχάγγελος τον Σεπτέμβριον βοά μέσα στην πλάση»
Τις μέρες τις γλυκειές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν
έχει ακόμη βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων
πιο αραιό και η γεύσις των ωρών και από του θέρους
πιο πυκνή, όταν στους κήπους σκάνε τα ρόδια, και
πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες των λουλουδιών
και σφύζουν στις πορφύρες τους φλεγόμενοι οι
ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων
νυμφών χτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ’ναι πάντα
καλοκαίρι (γιατί όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος
είναι πάντα θέρος) αναγαλλιάζουν οι ψυχές, και ο
Έρωτας ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου,
βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμί:

Τα ρούχα πέτα, γδύσου.
Τίποτα μη φοβάσαι.
Έαρ, χειμώνα, θέρος
– όπου και αν είσαι –
είναι η ρομφαία μου μαζί σου.
margin:0 auto 90px auto;