Τα ρόδια

Αρχαίος καρπός. Αρχαιολογικές ανασκαφές αποδεικνύουν με ευρήματα ότι αυτός ο πολυσήμαντος καρπός ανά τους αιώνες είναι ενδημικός στη Μεσόγειο και αυτόχθων.

Ρόδια βρέθηκαν ζωγραφισμένα σε αγγεία, στη Φυλακωπή της Μήλου, καρποί βρέθηκαν στην προϊστορική πόλη του Ακρωτηριού, στην Σαντορίνη και αργότερα εντοπίστηκαν χρυσά περίαπτα ροδιών σε κοσμήματα των Μυκηνών.

Καρπός της αιωνιότητας, της αφθονίας, της γονιμότητας, της καλοτυχίας, του πλούτου, του έρωτα, αλλά και των νεκρών ή του θανάτου.

Στη λαογραφία μας το ρόδι παίζει καίριο ρόλο. Αρκεί να θυμηθούμε το ρόδι που σπάνε οι νιόπαντροι στο κατώφλι του σπιτιού τους ή ο νοικοκύρης την πρωτοχρονιά, που μπαίνει με το δεξί στο σπίτι και σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, ταυτόχρονα προφέροντας μιαν ευχή, όπως «όσες ρώγες έχει το ρόδι , τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας» ή «όσο γεμάτο είναι το ρόδι τόσο γεμάτο να είναι το σπίτι μας». Κάποτε πετούν μαζί κι ένα λιθάρι, οπότε η ευχή γίνεται: «Σαν το λιθάρι γεροί και σαν το ρόδι γεμάτοι».
Απόηχος αυτού του εθίμου είναι μάλλον η φράση «έσπασε το ρόδι», που τη λέμε όταν επιτέλους σημειώσουμε επιτυχία ύστερα από σειρά ατυχιών. Η φράση χρησιμοποιείται κατά κόρο στην αθλητική δημοσιογραφία, και λέγεται όταν μια ομάδα καταφέρει την πρώτη της νίκη στο πρωτάθλημα ύστερα από κάμποσα ανεπιτυχή αποτελέσματα ή όταν ένας παίκτης μπορέσει επιτέλους να σκοράρει.

Η έκφραση «το σπίτι του είναι γεμάτο σαν το ρόδι», έπαινος σε νοικοκύρη που έχει όλα τα χρειώδη. Το ρόδι, λοιπόν συμβολίζει την αφθονία σ’ ένα σπιτικό. Υπάρχει όμως και μια αρνητική παροιμιακή φράση για το ρόδι, που χρησιμοποιεί μια παλιότερη μορφή της λέξης· ίσως σήμερα, όταν λέμε τα έκανε ρόιδο, να μη συνειδητοποιούμε ότι αναφερόμαστε στο ρόδι. Τα έκανε ρόιδο, βέβαια, σημαίνει τα έκανε θάλασσα. Η αρχή της φράσης μάλλον βρίσκεται στο έθιμο που θέλει τη νύφη, όταν μπαίνει στο σπίτι του γαμπρού να ρίχνει στο πάτωμα το ρόδι και να πατάει τους σκορπισμένους καρπούς –κάτι που και οι καλοπροαίρετες πεθερές θα το έβλεπαν με ενδόμυχη φρίκη φαντάζομαι.
Ωστόσο, πρέπει να πούμε ότι ο παλιότερος λαϊκός τύπος της λέξης είναι ρόιδο, κι έτσι διασώζεται π.χ. στο δημοτικό τραγούδι του Κατσούδα (Πάει το μήλο να χαθεί, το ρόιδο να μυρίσει / πάει ο Κατσούδας να χαθεί και πίσω δεν γυρίζει) και σε άφθονες άλλες πηγές.
Τα σπυριά του ροδιού λέγονται, σε μερικά μέρη, όπως στη Λέσβο, παπούδες. Ο Μυριβήλης στο Ο Βασίλης ο Αρβανίτης κάνει μια ωραία παρομοίωση: «ρουμπίνια σα ροϊδοπαπούδες».
Τα μοναδικά χαρακτηριστικά που έχει το ρόδι είναι αυτά που το κάνουν σύμβολο. Η ιδιαιτερότητα στα εξωτερικά του χαρακτηριστικά είναι ο κάλυκας που έχει στην κορυφή του και έχει τη μορφή κορώνας ή στέμματος. Στο εσωτερικό του είναι επίσης μοναδικό, χωρισμένο σε πολλά «διαμερίσματα» με κίτρινα χωρίσματα, που έχουν «θήκες» για τους ζουμερούς κόκκινους καρπούς και διάφανες μεμβράνες που τους προστατεύουν. Το ανοιγμένο ή σπασμένο ρόδι δίνει με το πλούσιο εσωτερικό του μια εικόνα αφθονίας, ενώ το κόκκινο χρώμα των ζουμερών και γευστικών καρπών του συμβολίζει την ευτυχία, τους χυμούς του ‘Ερωτα, αλλά και την αιωνιότητα.
Ρόδια όμως έχουν βρεθεί και στην Ακρόπολη των Αθηνών, σύμβολα και εδώ ευκαρπίας, γονιμότητας και ευδαιμονίας. Τα ρόδια ήταν αναθήματα στην Αθηνά από τους Αθηναίους, ιδιαίτερα τον -6ο αιώνα. Μια από τις Κόρες της Ακρόπολης (-570) κρατάει ρόδι στο αριστερό της χέρι και στο δεξί ένα στεφάνι.
Στην Αρχαία Ελλάδα το ρόδι ήταν έμβλημα πολλών γυναικείων θεοτήτων και η χρήση του είχε θέση στη λατρεία τους. Η Ήρα, η Αθηνά, η Αφροδίτη, η Δήμητρα και η Περσεφόνη είναι ορισμένες από τις θεότητες αυτές.

Στην εορτή των Θεσμοφορίων, προς τιμή της Δήμητρας, οι γυναίκες έτρωγαν σπόρους ροδιού για να έχουν ευημερία και γονιμότητα, ενώ η Ήρα, Θεά προστάτιδα του γάμου, έχει έμβλημά της το ρόδι, που κρατά στο χέρι της.

Η ομορφιά της ροδιάς, διαχρονική πηγή έμπνευσης
Είναι ίσως το πιο όμορφο δέντρο. Είναι δέντρο που φύεται σ’ όλο τον κόσμο. Τα άνθη της, κατακόκκινα μέσα στο πυκνό πράσινο φύλλωμα της ροδιάς είναι χάρμα ειδέσθαι. Η ροδιά εξακολουθεί να είναι το ίδιο υπέροχη μέχρι να ωριμάσουν οι καρποί της, που όπως κρέμονται από τα κλωναράκια της κατακόκκινοι την κάνουν ακόμα πιο χαριτωμένη. Ο υπέροχος καρπός της είναι μια ανθεκτική μεμβράνη που κρύβει στο εσωτερικό της πάνω από 500 χαριτωμένους κόκκινους σπόρους.

Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που η ροδιά, περισσότερο από κάθε άλλο δέντρο, έγινε ποίημα, τραγούδι, ζωγραφικός πίνακας και σύμβολο από όλους τους λαούς. Το ρόδι π.χ. είναι, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, όχι μόνο για μας τους Έλληνες, αλλά και σε πολλούς άλλους λαούς, το σύμβολο της γονιμότητας και επομένως της ευτυχίας. Γι αυτό η νύφη σπάει ένα ρόδι καθώς μπαίνει στο καινούριο σπιτικό της και το ίδιο κάνουν οι νοικοκυραίοι κάθε πρωτοχρονιά.
Ποίηση

Οδυσσέας Ελύτης
Η τρελή ροδιά
Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;
Όταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βάζει ανύποπτη μεσ’ στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
Που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε μου
Είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;
Στη μέρα που απ’ τη ζήλεια της στολίζεται μ’ εφτά λογιώ φτερά
Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που αρπάει μια χαίτη μ’ εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της
Πότε θλιμμένη και πότε γκρινιάρα, πεστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει;
Πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια
Με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
Σ’αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που τρίζει τ’άρμενα ψηλά στον διάφανον αιθέρα;
Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει
Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα
Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;
Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται αυτή που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;

Η ροδιά
Χαλίλ Γκιμπράν
Κάποτε, όταν ζούσα στην καρδιά μιας ροδιάς, άκουσα έναν σπόρο της να λέει: «Κάποια μέρα θα γίνω δέντρο, κι ο αγέρας θα τραγουδάει ανάμεσα στα κλώνια μου. Ο ήλιος θα χορεύει πάνω στα φύλλα μου και θα είμαι δυνατό δέντρο κι όμορφο, στις εποχές όλες μέσα».
Ύστερα μίλησε ένας άλλος σπόρος και είπε: «Όταν ήμουν νιος σαν κι εσένα, είχα κι εγώ τέτοιες απόψεις, μα τώρα που μπορώ να μετρώ και να ζυγίζω τα πράγματα, βλέπω ότι οι ελπίδες μου τρέφονταν του κάκου».
Κι ένας τρίτος σπόρος, μίλησε κι αυτός: «Δεν βλέπω τίποτα που να προμαντεύει, για μας, ένα τόσο μεγαλειώδες μέλλον».
Κι ένας τέταρτος είπε: «Όμως τι φενάκη θα ‘ταν η ζωή μας, χωρίς προοπτικές μεγαλοσύνης».
Είπε ένας πέμπτος: «Γιατί να διαφωνούμε για το τι θα γίνουμε, αφού το τι είμαστε δεν γροικάμε καν».
Μα ένας έκτος απάντησε: «Εκείνο που είμαστε, αυτό θα εξακολουθήσουμε να είμαστε».
Κι ένας έβδομος: «Έχω τόσο ξεκάθαρη ιδέα για το καθετί πως θα γίνει. Μα να μην μπορώ να την ντύσω με λέξεις!».
Κι ένας όγδοος μίλησε -κι ένατος και δέκατος- και σειρά από άλλους, και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη πια, από τις φωνές τους.
Κι έτσι, την ίδια εκείνη μέρα, μετακόμισα στην καρδιά μιας κυδωνιάς, εκεί όπου οι σπόροι είναι λιγοστοί και δεν μιλάνε σχεδόν καθόλου.

Ροδιά τετράκλωνη – 1959
Στίχοι: Πάνος Κοκκινόπουλος
Μουσική:Μίκης Θεοδωράκης
Αχνά χαράματα, σιγά
σαν τρεμοπαίζει η Πούλια
θα μαραθούν τα γιασεμιά
θα μαραθούν τα γιούλια.
Μα εσύ θα είσαι μοναχή
γερμένη στο περβάζι
και θα θωρείς τη χρυσαυγή
τα πέπλα της ν’ αλλάζει.
Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη
στολίδι της αυλής μου
ανάπαυση της προσμονής
νεράκι της πληγής μου.
Θα `ρθείς στο σπίτι μας ξανά
μ’ εμέ να σμίξεις πάλι
και δυο κρινάκια τ’ Απριλιού
να βάλεις στ’ ανθογυάλι.
Στα χέρια μου σε σήκωσα
σ’ ανύψωσα ως τ’ αστέρια
και σμάρια να φτερούγισαν
στα στήθια περιστέρια.
Με της χαράς το ξύπνημα
με της φυγής τον πόνο
κι από τα τότε καρτερώ
το γυρισμό σου μόνο.
Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη
στολίδι της αυλής μου
ανάπαυση της προσμονής
νεράκι της πληγής μου.
Θα `ρθείς στο σπίτι μας ξανά
μ’ εμέ να σμίξεις πάλι
και δυο κρινάκια τ’ Απριλιού
να βάλεις στ’ ανθογυάλι.
Ζωγραφική


























