Το Καρναβάλι στη ζωγραφική

Από τις πιο σημαντικές λαϊκές εκδηλώσεις, το καρναβάλι δεν άφησε αδιάφορους τους δημιουργούς, όποια κι αν ήταν η τέχνη που υπηρετούσαν.

Ο πίνακας του Γιόζεφ Χάιντς (1564-1609) «Άποψη της Πλατείας του Αγίου Μάρκου της Βενετίας κατά τον Καρναβάλι» παρέχει πλήθος πληροφοριών για το Βενετσιάνικο Καρναβάλι εκείνης της εποχής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το τμήμα του πίνακα που απεικονίζει την παράσταση ηθοποιών της commedia del’ arte εν μέσω του πλήθους των μεταμφιεσμένων θεατών. Το καρναβάλι αποτελούσε μια ευκαιρία για τους ηθοποιούς της commedia del’ arte, οι οποίοι έπαιζαν στις πλατείες, πάνω σε αυτοσχέδια παλκοσένικα, ν’ αναδείξουν την τέχνη τους.
Ζαν Αντουάν Βατό

Ο ζωγράφος Ζαν Αντουάν Βάτο είναι ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της τεχνοτροπίας «ροκοκό» στη ζωγραφική, που διαδέχθηκε το «μπαρόκ». Η επιρροή των έργων του Ρούμπενς υπήρξε γι’ αυτόν καθοριστική. Πέθανε νεότατος (σε ηλικία 37 ετών), έχοντας προλάβει να δημιουργήσει μέσα σε μια δεκαπενταετία πάνω από διακόσιους πίνακες.
Ο Βατό (1684-1721), που έφτασε στο Παρίσι σε ηλικία 18 ετών, ασχολήθηκε με τους χαρακτήρες της Κομέντια ντελ Άρτε. Το θέμα αυτό παρέμεινε ένα από τα αγαπημένα του ως το τέλος της ζωής του.
Οι Αρλεκίνοι του Πικάσο
Οι πιο γνωστοί από τους τύπους της commedia del’ arte ήταν οι κωμικοί υπηρέτες. Χωρίς βολία, ανάμεσα στην Πουλτσινέλα, τον Πεντρολίνο, το Σκαπίνο, το Μετζετίνο, τη Σκαραμούτσα, το Μπριγκέλα, την Κολομπίνα, τον Πανταλόνε, τον Καπιτάνο, που έχουν δανείσει όχι μόνο τις μάσκες αλλά και τα ρούχα τους στο καρναβάλι, ο πιο διάσημος αμφισβητείται και παραμένει ο. Αρλεκίνος.
Οι μάσκες της «Κομέντια» αρχίζουν να εμφανίζονται στο έργο του Πικάσο το 1904. Η μορφή του Αρλεκίνου είναι μια από τις πιο συμβολικές εικόνες της «ροζ περιόδου» (ορισμού μεταγενέστερου, που δημιουργήθηκε από την κριτική για να ταξινομήσει την παραγωγή του ζωγράφου από το 1904 ως το 1906). Ο Αρλεκίνος, ο χωρατατζής χαρακτήρας της «Κομέντια», κατάγεται από τη διαβολική μορφή ενός μεσαιωνικού δαίμονα των δασών της Ευρώπης. Το μασκοφόρεμα, άλλωστε, είχε τη σημασία της ανακλήσεως των νεκρών. Στη Δύση, ως τον 19ο αιώνα, σε πολλές επαρχίες πίστευαν πως οι ψυχές των πεθαμένων ανακατεύονταν με τους ομίλους των νεαρών μεταμφιεσμένων, μερικοί από τους οποίους κινδύνευαν, εξαιτίας αυτού του συγχρωτισμού, ν’ απαχθούν στον κάτω κόσμο. Τέτοιες δοξασίες ήταν διαδεδομένες σε όλο τον Κελτικό κόσμο, όμως ανάλογες πίστεις παρατηρούμε και σε άλλους λαούς, καθώς και στον ελληνικό κόσμο π.χ. στα Ανθεστήρια (γιορτή συνδεόμενη με το θεό της γονιμότητας Διόνυσο) όπου επίσης οι νεκροί επισκέπτονταν τους ζωντανούς. Ο Αρλεκίνος είναι ο ήρωας της μετάβασης, αυτός που προϊσταται στο πέρασμα από τον κόσμο των ζωντανών στον κόσμο των νεκρών. Ο Πικάσο εκμεταλλεύτηκε δεξιοτεχνικά στο έργο του την αμφισημία του Αρλεκίνου (ταυτόχρονα άγγελος και διάβολος). Το πολύχρωμο κοστούμι του αντανακλά τη διπλή και παραβατική του φύση. Ο Αρλεκίνος, όπως ο αρχαίος Ερμής, είναι ο αναιδής ανατροπέας του κατεστημένου.

Σε αρκετά από τα έργα του Πικάσο, στη μορφή του Αρλεκίνου αναγνωρίζονται τα χαρακτηριστικά του ίδιου του ζωγράφου.
Ο πόλεμος του καρναβαλιού με τη σαρακοστή

Η παραδοσιακή γιορτή του καρναβαλιού, όπου κυριαρχεί το χοντρό, αμφίσημο, λαϊκό γέλιο, ενώνει τους ανθρώπους που συμμετέχουν σ’ αυτήν, οικοδομώντας έναν κόσμο από την ανάποδη. Ο ζητιάνος γίνεται βασιλιάς, ο καντηλανάφτης πάπας, τα ποντίκια τρώνε τη γάτα, ο λύκος φυλάει τα πρόβατα, τα ψάρια ψαρεύουν τον ψαρά. Αντιστρέφεται η κανονική τάξη των πραγμάτων, εκθρονίζεται το παλιό κι ενθρονίζεται το νέο. Το καρναβάλι είναι γιορτή του σώματος, του έρωτα, του φαγοποτιού, αλλά και του θανάτου. Το σώμα πεθαίνει και αναγεννάται, όπως γίνεται σε πολλές πανάρχαιες τελετές.
Η σαρακοστή, αντίθετα, δεν έχει στόμα, επειδή είναι όλο νηστεία. Σ’ ένα λαϊκό σχέδιο απεικονίζεται με χέρια σταυρωμένα για τις προσευχές. Έχει 7 πόδια που συμβολίζουν τις 7 εβδομάδες της. Κάθε Σάββατο της κόβουν κι ένα πόδι, ενώ το τελευταίο κόβεται το Μεγάλο Σάββατο και το βάζουν μέσα σ’ ένα ξερό σύκο ή σ’ ένα καρύδι. Όποιος το βρει του φέρνει γούρι!
Δύο τόσο διαφορετικές προσεγγίσεις στη ζωή δεν μπορούν παρά να βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο. Ο Φλαμανδός ζωγράφος Πέτερ Μπρέγκελ (1525-1569), που οι συμπατριώτες του τον αποκαλούσαν «ο Αστείος» ή «ο Κωμικός» και οι μελετητές του τον ονόμασαν «ο Μπρέγκελ των χωρικών» ή «ο Αγρότης» απέδωσε εικαστικά τον «πόλεμο» αυτό με τη χαρακτηριστική τεχνοτροπία του.

Ο Μπρέγκελ έχει επιρροές από τον Ιερώνυμο Μπος, αλλά στο δικό του έργο ο κόσμος απεικονίζεται πιο απλοποιημένος, πιο ξεκάθαρος και συγκεκριμένος. Έχει αμβλυνθεί το εφιαλτικό και απειλητικό στοιχείο. Η αίσθηση του ανθρώπινου και το ενδιαφέρον για τους απλούς ανθρώπους δείχνουν πως ο Μπρέγκελ είχε επηρεαστεί από το πνεύμα του ανθρωπισμού της Αναγέννησης.
Το καρναβάλι του Τιέπολο
Ο Τζιαν-Ντομένικο Τιέπολο (1727-1804) ανήκε σε οικογένεια ζωγράφων. Ο πατέρας του, Τζιαν-Μπατίστα Τιέπολο (1696-1770), ζωγράφος ο ίδιος, παντρεύτηκε τη Σεσίλια Γκουάρντ, αδελφή των επίσης ζωγράφων Τζιαν-Αντόνιο και Φραντσέσκο. Ο Λορέντσο, αδελφός του Τζιαν-Ντομένικο, υπήρξε και αυτός ζωγράφος.

Δύο από τους γνωστούς πίνακές του, με θέμα το Καρναβάλι, είναι «το Μενουέτο του Καρναβαλιού» και «Ο θρίαμβος του Πουλτσινέλα».
Βενετσιάνικο καρναβάλι

Ήταν τον 17ο αιώνα, όταν στα καντούνια της Βενετσιάνικης πολιτείας, ανάμεσα στο παράφορα ενθουσιασμένο πλήθος του καρναβαλιού, κυκλοφορούσαν ιεροεξεταστές κρυμμένοι πίσω από μια μάσκα, μεθυσμένοι από ζεστό κρασί. Τότε, που ο Τζιάκομο Καζανόβα θέσπισε το καρναβάλι των αχαλίνωτων παθών. Αργότερα οδηγήθηκε στη φυλακή. Τα παιδιά που γεννιούνταν έπειτα από αμέτρητες ερωτικές σχέσεις, έγιναν τρόφιμοι των κρατικών ορφανοτροφείων. Γι’ αυτό το 1767 η κυβέρνηση απαγόρευσε στις γυναίκες να συχνάζουν στα καφέ της πλατείας του Αγίου Μάρκου όπου συνήθως ξεκινούσαν τα ρομάντζα.
Λέγεται ότι το Καρναβάλι της Βενετίας ξεκίνησε από μια νίκη της «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας» εναντίον του Πατριάρχη της Ακυληίας Ουλρίκο ντι Τρέβεν κατά το έτος 1162. Σε ανάμνηση αυτής της νίκης, οι άνθρωποι άρχισαν να χορεύουν και να κάνουν συγκεντρώσεις στην πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Προφανώς, αυτό το φεστιβάλ ξεκίνησε εκείνη την περίοδο και έγινε επίσημο στην Αναγέννηση. Το δέκατο έβδομο αιώνα, το μπαρόκ καρναβάλι ήταν ένας τρόπος αποθήκευσης της εικόνας του γοήτρου της Βενετίας στον κόσμο. Ήταν πολύ διάσημο κατά τη διάρκεια του δέκατου όγδοου αιώνα. Ενθάρρυνε την ελευθερία και την ευχαρίστηση, αλλά χρησιμοποιήθηκε επίσης για την προστασία των Ενετών από την αγωνία για το παρόν και το μέλλον. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κανόνα του βασιλιά της Αυστρίας, το φεστιβάλ είχε τεθεί εκτός νόμου εξ ολοκλήρου το 1797 και η χρήση των μασκών απαγορεύθηκε αυστηρά. Επανεμφανίστηκε σταδιακά κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, αλλά μόνο για μικρά χρονικά διαστήματα και πάνω απ’ όλα για ιδιωτικές γιορτές, όταν έγινε μια ευκαιρία για καλλιτεχνικές δημιουργίες.
Μετά από μακρά απουσία, το Καρναβάλι ξεκίνησε εκ νέου το 1979. Η Ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε να φέρει πίσω την ιστορία και τον πολιτισμό της Βενετίας, και προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν το παραδοσιακό καρναβάλι ως το επίκεντρο των προσπαθειών της. Η αναδιαμόρφωση των μασκών ξεκίνησε ως άσκηση ορισμένων Ενετών φοιτητών για τον τουριστικό κλάδο. Σήμερα, περίπου 3.000.000 επισκέπτες έρχονται στη Βενετία κάθε χρόνο για το Καρναβάλι. Ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα είναι ο διαγωνισμός για το La maschera più bella («η πιο όμορφη μάσκα») τοποθετείται στο τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς και κρίνεται από μια διεθνή ομάδα σχεδιαστών μόδας.
