Georgios Iakovidis

Ο ζωγράφος της παιδικής ηλικίας

ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ

Ο Έλληνας με το ασίγαστο πνεύμα που ξεκίνησε από την ταπεινή Λέσβο, το ορεινό χωριό του τα Χύδηρα, για να κατακτήσει το Μόναχο κι όλη την Ευρώπη του προπερασμένου αιώνα. 

Γεννήθηκε στη Λέσβο το 1853. Την πρώτη μόρφωση την πήρε στις αιολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας και κυρίως στη Σμύρνη. Το 1870 μπήκε στο «Σχολείον Τεχνών» για να σπουδάσει γλυπτική. Το 1878 στάλθηκε με υποτροφία στο Μόναχο, εκεί όμως εγκατέλειψε τη γλυπτική γιατί τον τράβηξε περισσότερο η ζωγραφική. Ο Νικόλαος Γύζης έλεγε για τον Ιακωβίδη: «Τον Ιακωβίδη τον αγαπώ και τον εκτιμώ γιατί πραγματικά είναι ο μόνος εκ των νέων Ελλήνων ενταύθα που ήξερε γιατί ήρθε στο Μόναχο». Οι πρώτοι του καθηγητές ήταν όλοι τους εξαιρετικοί!!! Ήταν ο Ludwing Lofitz και ο Willhelm Linderachmit που ήταν και οι δυο τους μαθητές του κορυφαίου ζωγράφου Piloty (που υπήρξε καθηγητής και των τριών άλλων Ελλήνων ζωγράφων στο Μόναχο, του Λύτρα, του Γύζη και του Βολανάκη). Τελειώνοντας την Ακαδημία ο Ιακωβίδης έμεινε στο Μόναχο και εργάστηκε εκεί άλλα 17 χρόνια ανοίγοντας δικό του ατελιέ, ακόμα και δική του σχολή ζωγραφικής. Στην πρωτεύουσα της Βαυαρίας τον λογάριαζαν κιόλας σαν έναν πετυχημένο Γερμανό ζωγράφο, με ακριβές τιμές και με μεγάλες πωλήσεις έργων.

«Ένα βαθύτατο αίσθημα αγάπης μπροστά στο φαινόμενο της ζωής»                                Δ.Α. Κόκκινος

Όλοι ήξεραν ποιος έμενε στο μεγάλο πέτρινο σπίτι πάνω στο βουνό. Όλοι στο Μόναχο γνώριζαν το νεαρό ζωγράφο από την Ελλάδα. Ήταν άνθρωπος ήσυχος και σοβαρός. Σπάνια θα τον έβλεπες να μιλά δυνατά ή να γελά. Τα μάτια του, όμως, αγκάλιαζαν με τρυφερότητα τον κόσμο γύρω του. Υπήρχε μια φήμη στην πόλη πως οι πίνακές του, ήταν πολύ όμορφοι, γιατί ζωγράφιζε με ένα μαγικό πινέλο που είχε φέρει κρυφά από την πατρίδα του. Με το πινέλο αυτό, έλεγαν πως κατάφερνε να δίνει ζωντάνια και φως σε ό,τι ζωγράφιζε. Και ήταν αλήθεια πως τα έργα του αντανακλούσαν μια γλυκιά ομορφιά, μια ξεχωριστή ηρεμία.

Η αγάπη του για τα παιδιά ήταν πολύ μεγάλη. Τον ονομάζουν δικαίως «Ο ζωγράφος των παιδιών», αφού πολλοί πίνακες του είχαν θέμα τα παιδιά. Παιδιά που όμως δεν είναι τα ξεχωριστά παιδιά των πλουσίων, όπως συνηθιζόταν στην εποχή του. Στα έργα του που αναφέρονταν σε αυτά, έδειχνε χαρακτηριστικά πόσο τρυφερή σχέση υπήρχε ανάμεσα στη παιδική αθωότητα στους παππούδες τους και τις γιαγιάδες τους. Ο ιστορικός της τέχνης Στέλιος Λυδάκης επισήμανε στην ανάλυση του έργου του Ιακωβίδη: «Εδώ εκφράζονται οι δεσμοί του ανθρώπου που γερνά, με τον άνθρωπο που ανασταίνεται στη ζωή». Το 1899 ήταν μια άσχημη χρονιά για τον Ιακωβίδη. Έχασε την αγαπημένη του σύζυγο Άγλα. Ο Ιακωβίδης ήταν άνθρωπος της οικογένειας και της αφοσίωσης και το πλήγμα ήταν ιδιαίτερα βαρύ για εκείνον. Έμεινε μόνος του για να αναθρέψει τον γιό τους. Λέγεται ότι μετά το θάνατό της ο Ιακωβίδης έπαψε να ζωγραφίζει χαρούμενα θέματα.

Η ώριμη του περίοδος στο Μόναχο είναι από το 1890 μέχρι το 1900, οπότε και φεύγει για την Ελλάδα. Στο διάστημα αυτό έργα του βραβεύτηκαν σε πέντε διεθνείς εκθέσεις – ανάμεσα σ ‘αυτές του Βερολίνου (1891) και του Παρισιού (1900). Τη χρονιά αυτή η ελληνική κυβέρνηση κάλεσε τον Ιακωβίδη στην Αθήνα για να οργανώσει την Εθνική Πινακοθήκη.

Οι πελάτες του που αγόραζαν τα έργα του, και στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα, ανήκαν όλοι στην λεγόμενη «καλή κοινωνία». Κάποια παραδείγματα αυτών είναι οι προσωπογραφίες του Στέφανου Ράλλη, της Έλενας Κωστή, της Όλγας Χατζηλουκά, του Οικονόμου, Σκαραμαγκά, Δημήτρη Βουγιούκα, Στέφανου Στρέϊτ, του ζωγράφου Βολανάκη, του Ιωάννη Πεσμετζόγλου, του βασιλιά Γεωργίου Α, της βασιλομήτορος Όλγας από φωτογραφία, της βασίλισσας Σοφίας εκ του φυσικού….

%ce%b1%cf%85%cf%84%ce%bf%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%89%cf%80%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1-%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%89%ce%b2%ce%af%ce%b4%ce%b7-1918-3
Αυτοπροσωπογραφία Ιακωβίδη, 1918

«Ο Ιακωβίδης σαν άνθρωπος ήταν συμπαθής. Μελαχρινός με μικρό ανάστημα. Δίνει την εντύπωση ιδιαίτερα σοβαρού ανθρώπου, λιγομίλητου. Πίσω όμως από τη σοβαρότητα του, κρύβεται μια παιδική καλλιτεχνική ψυχή με σπάνια ευγένεια αισθημάτων. Λατρεύει την Ελλάδα και θέλει να είναι χρήσιμος για αυτήν. Για τους συναδέλφους του μιλούσε με απαράμιλλη αγάπη.» έγραφε Ο Τ. Σπητέρης το περιοδικό Εστία στις 16/4/1954 και συνεχίζει: «Πιστεύω πως αν κοιτάξουμε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και την ζωή που τους δίνει, αμέσως αποκτούμε δική μας εντύπωση για το πώς θα ήταν ο Ιακωβίδης σαν άνθρωπος. Σαν ένας καλλιτέχνης βέβαιος για τον εαυτό του. Αυτή του η βεβαιότητα και η πρώιμη επιτυχία του μπορούν να μας ερμηνεύσουν σε μεγάλο βαθμό τη δυσκολία του για τις νέες κατευθύνσεις του ιμπρεσιονισμού».

Θα δεχθεί να αναλάβει σαν διευθυντής την Εθνική Πινακοθήκη στην Ελλάδα μετά από 4 χρόνια. Έλειπε 23 ολόκληρα χρόνια από την πατρίδα του! Διατηρεί τη θέση του και παράλληλα διορίζεται στις 19 Ιουλίου 1904 καθηγητής στην ΣΚΤ. Μη ξεχνάμε πως είχε ιδιαίτερες σχέσεις με την βασιλική οικογένεια της Ελλάδος, όπως βέβαια και της Γερμανίας. Δεν θα μπορούσε κάποιος να έχει πιο γερά στηρίγματα σε κάθε του κίνηση.

%ce%bf-%ce%b1%ce%b3%ce%b1%cf%80%ce%b7%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%ce%b1%cf%80%cf%80%ce%bf%cf%8d-the_favorite_by_georgios_iakovidis
Γ. Ιακωβίδης – “Ο χαϊδεμένος ή Παππούς και εγγονός”, 1890

Από τη στιγμή που ο Ιακωβίδης εγκαθίσταται στην Αθήνα, ζωγραφίζει λιγότερο. Νεκρή φύση και προσωπογραφίες. Το εργαστήριο του στην Αθήνα ήταν σε μια από τις αίθουσες του Πολυτεχνείου που ήταν ένα διαμέρισμα γεμάτο πλούτο!!! Περσικά χαλιά, κοσμήματα αρχαϊκής τέχνης, ενετικά κάτοπτρα και οικόσημα, έπιπλα της γαλλικής αυτοκρατορίας, κόκκινα βελούδα…. Γιατί τέτοια επίδειξη πλούτου; Ο Ιακωβίδης ακολούθησε τα πρότυπα των δασκάλων του στο Μόναχο που είχαν μεταφέρει τον τύπο του «καλλιτέχνη πρίγκιπα» όπως μας αναφέρει και ο Τιτσιάνο τον 15ο αιώνα. Από την άλλη, σαν καλλιτέχνης της αριστοκρατικής τάξης, ο Ιακωβίδης ήθελε να έχει ένα ιδιαίτερα επιβλητικό και πλούσιο εργαστήρι. Σε συνέντευξη του όλο αυτό το θεωρούσε σαν προϋπόθεση για τη δημιουργία της καλλιτεχνικής ατμόσφαιρας κατάλληλης για να πείσει τους μαικήνες του να φανούν γενναιόδωροι. Το 1910 με βασιλικό διάταγμα του ανατίθεται η διεύθυνση της ΣΚΤ. Ήταν η εποχή που έγινε ο χωρισμός της σχολής Καλών Τεχνών και Πολυτεχνείου. Ως τα τελευταία χρόνια του ήταν ένας φανατικός του αυστηρού ακαδημαϊκού σχεδίου. Σαν άρχοντας σε όλες αυτές τις δημόσιες θέσεις, καθόριζε το καλλιτεχνικό κλίμα της εποχής του. Πολλοί τον κατηγόρησαν ότι ήταν τροχοπέδη στην νεοελληνική τέχνη. Μακάρι να υπήρχαν άλλοι χίλιοι σαν τον Ιακωβίδη και σε τέτοιες θέσεις γιατί ήταν κορυφαίος ακαδημαϊκός ζωγράφος!
Το 1931 σε συνέντευξη του στον Κωστή Μπάστα έλεγε πως «Εγώ ακολουθώ τον κλασικό δρόμο και νομίζω ότι δε μπορεί ζωγράφος με κανένα τρόπο να περιφρονεί το αντικείμενο που ζωγραφίζει. Ας λένε ότι η προσήλωση στο αντικείμενο ότι αποδίδει δουλική μίμηση ή αντιγραφή η οποία δεν έχει δήθεν καμιάν σκοπιμότητα».

Ήταν αντίθετος κυρίως στον εξπρεσιονισμό και τον φοβισμό, τον ιμπρεσιονισμό τον συμπαθούσε. Δεν ονόμαζε την μουτζούρα τέχνη χάρη τάχα μου ελευθερίας στην έκφραση και ας είχε τόσους μαικήνες να τον υποστηρίξουν σε αυτό, αν ήθελε. Ήταν ξεχωριστό ταλέντο και άξιζε την στήριξη που πήρε. Όμως, αν και ήταν πιστός στη σχολή του Μονάχου, λέγεται ότι ήταν ανεκτικός στους νέους που ήθελαν να ξεφύγουν από τον ακαδημαϊσμό.
Δίδαξε για 25 συνεχή χρόνια μέχρι το 1929 που παραιτήθηκε. Πέθανε στην Αθήνα στο τέλος του 1932, λίγο πριν να συμπληρώσει τα 80του χρόνια.

Ο Ιακωβίδης άφησε πίσω του μεγάλο ζωγραφικό έργο. Τα θέματα του ήταν από τη μια πορτραίτα (υπήρξε σπουδαίος προσωπογράφος) και από την άλλη σκηνές της καθημερινής ζωής, ιδίως συνθέσεις με παιδιά, εσωτερικά σπιτιών, νεκρές φύσεις, λουλούδια και άλλα.
Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη των Αθηνών, πολλά στη Συλλογή Κουτλίδη και σε μεγάλα Μουσεία και Πινακοθήκες του εξωτερικού, όπως στην Πινακοθήκη της Λειψίας, στο Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγου, στο Μουσείο της Τεργέστης, στην Πινακοθήκη του Βισμπάντεν κ. ά.

%ce%b1%ce%b3%ce%b1%cf%80%ce%b7%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b7
Γ. Ιακωβίδης – “Η αγαπημένη της γιαγιάς” 1893, λάδι σε μουσαμά , 78,5 x 60,3 εκ. Εθνική Πινακοθήκη

Στο τέλος της δεκαετίας του 1880 η διάθεση, η χρωματολογία και ο φωτισμός αλλάζουν στους πίνακες του ζωγράφου, που διανύει μια ευτυχισμένη περίοδο στη ζωή του, ύστερα από τον γάμο του και τη γέννηση του μοναχογιού του. Οι μορφές προβάλλονται τώρα πάνω σ’ ένα φωτεινό φόντο και τα χρώματα ζωηρεύουν. Ένα δυνατό κόκκινο, που τοποθετείται στον πίνακα ανόθευτο, καθαρό πάνω σ’ ένα φρούτο, στα καλτσάκια ενός παιδιού, στο κουβάρι της γιαγιάς που πλέκει, ζωντανεύει τον πίνακα. Ακόμη και στα σκούρα ρούχα της γιαγιάς κυκλοφορούν υπέροχες συγχορδίες χρωμάτων: πράσινα, βυσσινιά, μαβιά, ρόδινα φώτα.

%ce%b3%ce%b5%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%89%ce%b2%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%bf%cf%85-1895
Γ. Ιακωβίδης – “Koυ-Koυ” 1895, ελαιογραφία σε καμβά, 115 × 90 εκ. Ιδιωτική συλλογή

Έχει πατρίδα η παιδική ηλικία; Έχει πατρίδα η αθωότητα; Είναι γερμανάκια ή ελληνόπουλα τα παιδιά που ζωγραφίζει ο Γεώργιος Ιακωβίδης με τόση τρυφερότητα, με τόση αγάπη και με τόσο βαθιά κατανόηση της ψυχολογίας τους και της συμπεριφοράς τους; Οι σκηνές από την παιδική ηλικία ανήκουν ασφαλώς στην ανώδυνη ηθογραφική ζωγραφική αλλά ο Ιακωβίδης ερμηνεύει το θέμα του με τη φιλαλήθεια ενός ρεαλιστή. Σπάνια μπορείς να δεις νήπια ζωγραφισμένα με τόση ακρίβεια, γιατί δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερα σχεδιαστικά γυμνάσματα. Με τέλειο τρόπο αποδίδονται τα άπλαστα ακόμη μέλη, οι αδέξιες κινήσεις, οι εκφράσεις, ακόμη και η ασκήμια τους, ιδιαίτερα όταν κλαίνε. Και τα παιδιά του Ιακωβίδη θυμώνουν, επαναστατούν και κλαίνε γοερά. Όχι όμως από πείνα και δυστυχία. Αλλά γιατί υπομένουν με δυσκολία τα μικρά βάσανα που τους επιβάλλουν οι μεγαλύτεροι, κυρίως οι γιαγιάδες και οι παππούδες. Γιατί ο Ιακωβίδης αγαπά να απεικονίζει αυτές τις δύο ακραίες ηλικίες και την ξεχωριστή σχέση που αναπτύσσουν.

H αντίθεση ανάμεσα στους γέροντες και στα παιδιά γοητεύει τον ζωγράφο· αντίθεση πολλαπλή, στη μορφή, στην έκφραση, στην κίνηση αλλά κυρίως στην ψυχολογία. H τρυφερή, στίλβουσα και σφύζουσα από ζωική ορμή ρόδινη σάρκα των παιδιών λάμπει φωτίζοντας αντιστικτικά και ανελέητα τα γερασμένα πρόσωπα, τα χαρακωμένα από τον χρόνο και τα βάσανα της ζωής. Οι καλοκάγαθοι γέροντες του Ιακωβίδη, γαλήνιοι και υπομονετικοί, εκφράζουν τη στοχαστική ενατένιση της ζωής, της δικής τους ζωής που δύει, της ζωής των νέων βλαστών που ανατέλλει. Με οξυδέρκεια ψυχολόγου ο Ιακωβίδης παρατηρεί τα τυπικά χαρακτηριστικά κάθε ηλικίας: ιδιαίτερα τονίζει την προπετή απληστία των παιδιών, την ασίγαστη, την ακάματη ενεργητικότητά τους, τον αξόδευτο δυναμισμό τους, την ανυπομονησία τους να κατακτήσουν τον ζωτικό τους χώρο, που εκφράζεται με τα διαρκώς απλωμένα χεράκια τους.

%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%89%ce%b2%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%82-%ce%b3%ce%b5%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%86%cf%89%ce%bd%ce%af%ce%b1
Γ. Ιακωβίδης – “Παιδικό κονσέρτο ή Παραφωνία” 1894

Τα παιδιά υπερασπίζονται με μαχητικότητα τον πρώιμο πόθο τους για ανεξαρτησία και οι γέροντες υπομένουν με χαμογελαστή συγκατάβαση την επαναστατική επιθετικότητά τους. Σιωπή τυλίγει τους γέροντες, ενώ τα ξεφωνητά και τα γέλια των παιδιών φτάνουν εκκωφαντικά ως τ’ αυτιά μας. Ποτέ ζωγράφος δεν έπλεξε ανάλογο ύμνο στην ξεχωριστή αυτή σχέση που γεφυρώνει το χάσμα των γενεών. Γιατί στις παραδοσιακές κοινωνίες προσφιλείς και αναντικατάστατοι παιδαγωγοί των παιδιών ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής τούς εξόρισε στους οίκους ευγηρίας, δημιουργώντας ένα ανεπούλωτο τραύμα στην αρμονική ανάπτυξη και αγωγή των παιδιών μέσα στη θαλπωρή της οικογένειας. Μέσα απ’ αυτή τη σχέση, σχέση αγάπης, πολλές αξίες μεταβιβάζονταν στη νέα γενιά αβίαστα. Και πάνω απ’ όλα ο σεβασμός των γερόντων. Μια παλιά λαϊκή παροιμία, ακατανόητη σήμερα, προέτρεπε: «Αν δεν έχεις γέρο, ν’ αγοράσεις». Ο πλούτος της παραδοσιακής γλώσσας, η πείρα, η σοφία της ζωής είναι μερικές μόνο από τις αξίες που ναυάγησαν μαζί με την ακυρωμένη σχέση των δύο γενεών.

childrens_concert_by_george_iakovidis
Γ. Ιακωβίδης – “Παιδική συναυλία” 1900, λάδι σε μουσαμά , 176 x 250 εκ. Εθνική Πινακοθήκη

Η «Παιδική συναυλία» είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα και διασημότερα έργα της νεοελληνικής τέχνης. Το έργο αυτό του Ιακωβίδη είναι αντιπροσωπευτικό της ζωγραφικής του, η οποία ήταν κυρίως ηθογραφική, στα βήματα των παλαιότερων, του Νικολάου Γύζη, του Νικηφόρου Λύτρα και του Πολυχρόνη Λεμπέση. Ο ζωγράφος σχολιάζει την οικογενειακή εστία θέτοντας στο κέντρο της τα παιδιά. Όπως και για ολόκληρη την κοινωνία της εποχής, και το σύστημα αξιών του δημιουργού εφάπτεται της αθωότητας, της χαράς και του αυθορμητισμού των πιο μικρών μελών της οικογένειας, του ίδιου του μέλλοντός της. Αυτό υπαγορεύει την αισιοδοξία και τη θετική ενέργεια που αποπνέουν τα έργα του Γεωργίου Ιακωβίδη. Η αστική οικογενειακή εστία φαντάζει προστατευτικό κέλυφος της καθημερινής ζωής, η οποία δεν απειλείται από τις ραγδαίες εξελίξεις στην κοινωνία. Οι αξίες παραμένουν παραδοσιακές. Στην «Παιδική συναυλία» όλα τα παιδιά προσθέτουν το καθένα τη δική του νότα στην ευτυχία του μικρότερου και στην ευχαρίστηση της μητέρας για τους στενούς δεσμούς, την έγνοια και την αλληλεγγύη που κυριαρχεί μέσα στο σπιτικό της. Τα υπάρχοντα είναι φτωχικά και στην πραγματικότητα και στη ζωγραφική, και μόνο τα πρόσωπα είναι πλούσια. Και όλα είναι αληθινά, στιγμιότυπα της πραγματικής ζωής των ανθρώπων, χωρίς συμβολισμούς και αλληγορίες. Εντύπωση προκαλούν οι φαρδείς πέτρινοι τοίχοι του σπιτιού, οι χτιστοί πάγκοι στον τοίχο, οι γλάστρες στα παράθυρα και η λάμπα πετρελαίου που κρέμεται από το ταβάνι. Το φυσικό φως μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο, κυρίως από αριστερά, όπως το είχαν καθιερώσει οι Ολλανδοί ηθογράφοι του 17ου αιώνα, με προεξάρχοντα τον Βερμέερ. Είναι μέρα, μάλλον ανοιξιάτικη, γεγονός που παίζει ιδιαίτερο ρόλο στο έργο, καθώς δημιουργεί έντονες σκιές στις φιγούρες και έντονα φωτισμένα περιγράμματα, όπως στην περίπτωση του παιδιού με το τύμπανο. Τα χρώματα του έργου είναι οι ώχρες, τα καφετιά και γενικώς τα γήινα, με ορισμένα στοιχεία ιμπρεσιονιστικά, όπως είναι η χρήση συμπληρωματικών χρωμάτων (π.χ. τα πράσινα με τα κόκκινα). Όλη η σύνθεση στρέφεται γύρω από το νήπιο, στην απεικόνιση του οποίου κυριαρχεί το κατακόκκινο φόρεμα, που είναι και το οπτικό κέντρο του πίνακα. Σε ενδιαφέρουσα χρωματική αντιδιαστολή είναι το ελαφρά κόκκινο ποτιστήρι στο αντίθετο άκρο.

Βιβλιογραφία

Χρύσανθος Α. Χρήστου, Έλληνες ζωγράφοι: από τον 19ο στον 20ο αιώνα, Αθήνα: Μέλισσα, 1975
Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Αναδρομική έκθεση Γεωργίου Ιακωβίδη, Εθνική Πινακοθήκη, 2005
Όλγα Μεντζαφού–Πολύζου, ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, Αθήνα: Adam Editions, 1999
Ανδρέας Σ. Ιωάννου, Η ελληνική ζωγραφική: 19ος αιώνας, Αθήνα: Μέλισσα, 1974
Μάνος Στεφανίδης, Ελληνομουσείον, Αθήνα: Μίλητος, 2001


Leave a Reply